Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

Φοβάμαι




                                                                            ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΑΠΘ 2018

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που εφτά χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας
«Δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου 'κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο
να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις ταβέρνες
και τα 'σπαζαν στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν
όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη
και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Μανώλης Αναγνωστάκης

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Ποιητικές Τυμπανοκρουσίες


Στ’ άρματα


Κι ο πόλεμος ο κόκκινος πόλεμος είναι 
το τραγούδι που πάω τραγουδώντας 
μέσ’ από τους δρόμους σου, Πολιτεία!
 
Whitman («Τυμπανοκρουσίες»).

1.

Στ’ άρματα! Εμπρός, ολόρθοι, φτερωμένοι!Παρατήστε της δάφνης τα κρεβάτιαπου να σημαδευτούνε δεν προφτάσαναπ’ τα κορμιά σας.
5Από της Κρήτης τα νερά ώς τον κόρφοτο θεσσαλονικιώτη προς τον Αίμοτο σάλπισμα το μέγα το σαλπίζειΣΑΛΠΙΧΤΗΣ, βράχος.
Και σαν τον έρμο αντίλαλο κρυμμένο10στα ολόβαθα του σπήλιου που δεν είναιπαρά από μύρια στόματα ένας ίσκιοςγια να πληθαίνει
την ξένη τη φωνή που την αδράχνεικαι μας την ξαναρίχνει στοιχειωμένη,15κι εγώ ειμ’ αχός κι απ’ την ερημιά μου κράχτης:—Εμπρός! Ολόρθοι!

(Βοηθήστ’ εσείς, του Παρνασσού, του Ολύμπου160πουλιά, πνοές, ήχοι!)
κάποιο τραγούδι να χυθεί γυρεύει,κι όχι από λάβρο Πίνδαρο αϊτός ύμνος·Ομήρου γαληνού επικό ποτάμισε μια Ιλιάδα.

5.

165
Πάντα καιρός για να σας ξαναβρούμε,της ειρήνης και της μελέτης Ώρες,Λευκοθέες, που μας ρίχνετε τους πέπλους180ναυαγοσώστες.
Όσο πιο άγριο το μάτωμ’, άλλο τόσοπιο ποθητές· κι όσο πικρή είν’ η δάφνη,τόσο γλυκιά είν’ η μυρουδιά του ρόδουστην αγκαλιά σας.

7.

—Κι εσύ, Όνειρο, που μόλις ξεσκεπάζεις,όψη άπλαστη, αξεδιάλυτη, και σβήνεις,215και ή δεν μπορείς ή δεν τολμάς την όψηνα ξαναδείξεις,
Και ω των πατρίδων η Πατρίδα, ω Μάνα,στου Σαλπιχτή το σάλπισμα το μέγαπετιέσαι από της δάφνης το κρεβάτι260που δεν κοιμόσουν,
και λες: —Κι εγώ είμ’ εδώ! Η μεγαλοσύνηστα έθνη δε μετριέται με το στρέμμα,με της καρδιάς το πύρωμα μετριέταικαι με το αίμα.
12 του Τρυγητή 1915

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Ὁ Ἡδονικὸς Ἐλπήνωρ

Ὁ Ἡδονικὸς Ἐλπήνωρ

Τὸν εἶδα χτὲς νὰ σταματᾶ στὴν πόρτα
κoιτῶ ἀπὸ τὸ παράθυρό μου θἄ᾿ταν
ἑφτὰ περίπου μιὰ γυναίκα ἦταν μαζί του.
Εἶχε τὸ φέρσιμο τοῦ Ἐλπήνορα, λίγο πρὶν πέσει
νὰ τσακιστεῖ, κι ὅμως δὲν ἦταν μεθυσμένος.
Μιλοῦσε πολὺ γρήγορα, κι ἐκείνη
κοίταζε ἀφηρημένη πρὸς τοὺς φωνογράφους-
τὸν ἔκοβε καμιὰ φορὰ νὰ πεῖ μία φράση
κι ἔπειτα κοίταζε μ᾿ ἀνυπομονησία
ἐκεῖ ποὺ τηγανίζουν ψάρια- σὰν τὴ γάτα.
Αὐτὸς ψιθύριζε μ᾿ ἕνα ἀποτσίγαρο σβηστὸ στὰ χείλια:
- Ἄκουσε ἀκόμη τοῦτο. Στὸ φεγγάρι
τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν κάποτε σὰν τὸ καλάμι
ἀνάμεσα σὲ ζωντανοὺς καρποὺς
— τ᾿ ἀγάλματα-
κι ἡ φλόγα γίνεται δροσερὴ πικροδάφνη,
ἡ φλόγα ποὺ καίει τὸν ἄνθρωπο, θέλω νὰ πῶ.
- Εἶναι τὸ φῶς... ἴσκιοι τῆς νύχτας...
- Ἴσως ἡ νύχτα ποὺ ἄνοιξε, γαλάζιο ρόδι,
σκοτεινὸς κόρφος, καὶ σὲ γέμισε ἄστρα
κόβοντας τὸν καιρό.
Κι ὅμως τ᾿ ἀγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τὸν πόθο
στὰ δυό
, σὰν τὸ ροδάκινο κι ἡ φλόγα
γίνεται φίλη μὰ στὰ μέλη κι ἀναφιλητὸ
κι ἔπειτα φύλλο δροσερὸ ποὺ παίρνει ὁ ἄνεμος-
λυγίζουν γίνουνται ἀλαφριὰ μ᾿ ἕνα ἀνθρώπινο βάρος.
Δὲν τὸ ξεχνᾶς.
- Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
-Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις;
θέλω νὰ πῶ μὲ τὰ σπασμένα μέλη τους,
μὲ τὴν ἀλλοτινὴ μορφή τους ποὺ δὲ γνώρισες
κι ὅμως τὴν ξέρεις.
Ὅπως ὅταν
στὰ τελευταῖα τῆς νιότης σου ἀγαπήσεις
γυναίκα ποὺ ἔμεινε ὄμορφη, κι ὅλο φοβᾶσαι,
καθὼς τὴν κράτησες γυμνὴ τὸ μεσημέρι,
τὴ μνήμη ποὺ ξυπνᾶ στὴν ἀγκαλιά σου-
φοβᾶσαι τὸ φιλὶ μὴ σὲ προδώσει
σ᾿ ἄλλα κρεβάτια περασμένα τώρα
ποὺ ὡστόσο θὰ μποροῦσαν νὰ στοιχειώσουν
τόσο εὔκολα τόσο εὔκολα καὶ ν᾿ ἀναστήσουν
εἴδωλα στὸν καθρέφτη, σώματα ποὺ ἦταν μία φορὰ-
τὴν ἡδονή τους.
Ὅπως ὅταν
γυρίζεις ἀπ᾿ τὰ ξένα καὶ τύχει ν᾿ ἀνοίξεις
παλιὰ κασέλα κλειδωμένη ἀπὸ καιρὸ
καὶ βρεῖς κουρέλια ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσες
σὲ ὄμορφες ὧρες, σὲ γιορτὲς μὲ φῶτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, ποὺ ὅλο χαμηλώνουν
καὶ μένει μόνο τὸ ἄρωμα τῆς ἀπουσίας
μιᾶς νέας μορφῆς.
Ἀλήθεια, τὰ συντρίμμια
δὲν εἶναι ἐκεῖνα- ἐσὺ ῾σαι τὸ ρημάδι-
σὲ κυνηγοῦν μὲ μία παράξενη παρθενιὰ
στὸ σπίτι στὸ γραφεῖο στὶς δεξιώσεις
τῶν μεγιστάνων, στὸν ἀνομολόγητο φόβο τοῦ ὕπνου-
μιλοῦν γιὰ περιστατικὰ ποὺ θὰ ἤθελες νὰ μὴν ὑπάρχουν
ἢ νὰ γινόντουσαν χρόνια μετὰ τὸ θάνατό σου,
κι αὐτὸ εἶναι δύσκολο γιατί...
-Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
Καληνύχτα.
-... γιατὶ τ᾿ ἀγάλματα δὲν εἶναι πιὰ συντρίμμια,
εἴμαστε ἐμεῖς. Τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν ἀλαφριὰ ... καλή-
νύχτα.

Ἐδῶ χωρίστηκαν. Αὐτὸς ἐπῆρε
τὴν ἀνηφόρα ποὺ τραβάει κατὰ τὴν Ἄρκτο
κι αὐτὴ προχώρεσε πρὸς τὸ πολύφωτο ἀκρογιάλι
ὅπου τὸ κύμα πνίγεται στὴ βοὴ τοῦ ραδιοφώνου:
Γ. Σεφέρης

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Στις ακρογιαλές του Ομήρου



Στις ακρογιαλιές του Ομήρου υπήρχε μια μακαριότητα, ένα μεγαλείο,
που έφτασαν ως τις ημέρες μας άθιχτα.
Η πατούσα μας, που ανασκαλεύει την ίδιαν άμμο, το νιώθει.
Περπατάμε χιλιάδες χρόνια, ο άνεμος ολοένα λυγίζει τις καλαμιές
κι ολοένα εμείς υψώνουμε το πρόσωπο.
Καταπού; Ως πότε; Ποιοί κυβερνάνε; 

Κατοίκησα που 'βγαινε από την άλλη, την
πραγματική, όπως τ' όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου.
Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί
να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη έμοιαζε' τόσο άπιαστη.
Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς
σεισμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες. Άλλαζα θέση
στα πράγματα να τ' απαλλάξω από κάθε αξία. Μελετούσα
τ' Ακοίμιστα και την Ερημική ν' αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς,
Μοναστηράκια, κρήνες. Ως κι ένα περιβόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοειδή
που μύριζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο. Μα 'ταν η ευωδία τόση που φοβήθηκα.
Κι έπιασα σιγά - σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να την
καλύψω τη χώρα που αγαπούσα. Μην και κανείς ιδεί το κάλλος.
'Η κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει.


Την Άνοιξη δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή, έστω,
σ' έναν Μποττιτσέλλι όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη.
Έτσι και μια μέρα, τη θάλασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια
κεφαλή Διός.
Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και
τις περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ' ένα άλλου είδους
ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι
μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού
βλέπει κανείς τον ουρανό.

Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.

Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδεψα
πολύν άνεμο για να μεγαλώσω. Μόνον έτσι όμως έμαθα να
ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς, ν' ακριβολογώ
μες στα μυστήρια.
Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη
και άλλο πράγμα ο έρωτας' άλλο η επιθυμία και άλλο η
λαχτάρα' άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι' άλλο τα σπλάχνα
κι άλλο τα σωθικά. Με καθαρούς τόνους, θέλω να πω, που
-αλίμονο- τους αντιλαμβάνονται ολοένα λιγότερο αυτοί που
ολοένα περισσότερο απομακρύνονται από το νόημα ενός
ουράνιου σώματος που το φως του είναι ο αφομοιωμένος μας
μόχθος, έτσι καθώς δεν παύει να επαναστρέφεται κάθε μέρα
όλος θάμβος για να μας ανταμείψει.
Θέλουμε - δε θέλουμε, αποτελούμε το υλικό μαζί και το
όργανο μιας αέναης ανταλλαγής ανάμεσα σ' αυτό που μας
συντηρεί και σ' αυτό που του δίνουμε για να μας συντηρεί: το
μαύρο, που δίνουμε, για να μας αποδοθεί λευκό, το θνησιμαίο,
αείζωο.
Έστρεψα καταπάνω μου το θάνατο σαν υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο
Φάνηκε ο κόλπος ο Αδραμυττηνός με τη σγουρή στρωσιά του μαΐστρου
Ακινητοποιημένο ένα πουλί ανάμεσα ουρανού και γης και τα βουνά
Ελαφρά βαλμένα το 'να μέσα στο άλλο. Φάνηκε το παιδί που ανάβει
Γράμματα και τρέχει να γυρίσει πίσω το άδικο στο στήθος μου
Στο στήθος μου όπου φάνηκε η Ελλάδα η δεύτερη του επάνω κόσμου.

Αυτά που λέω και γράφω για να μην τα καταλάβει άλλος κανείς
Όπως ένα φυτό που αρκείται στο φαρμάκι του έως ότου ο άνεμος
Του το γυρίσει σ' ευωδιά ναν τη σκορπίσει και στα τέσσερα σημεία του κόσμου
Θα φανούν αργότερα τα οστά μου φωσφορίζοντας ένα γαλάζιο
Που το πάει αγκαλιά ο Αρχάγγελος και στάζει με τεράστιους
Διασκελισμούς διαβαίνοντας την Ελλάδα τη δεύτερη του επάνω κόσμου.

Ο Μικρός Ναυτίλος, Οδυσσέας Ελύτης