Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Το Ελληνικό Φως με τον Ήλιο του Καλοκαιριού

 



Το Ελληνικό Φως και η Αλήθεια του Κολοσσού

Ο Μίλερ γοητεύεται από το γεγονός ότι το φως στην Ελλάδα δεν είναι απλώς φυσικό φαινόμενο, αλλά μια δύναμη που απογυμνώνει την ψυχή:

«Το φως της Ελλάδας είναι κάτι το μοναδικό... Δεν είναι το φως της Μεσογείου, είναι κάτι άλλο, κάτι βαθύτερο, πιο διάφανο, πιο πνευματικό. Στην Ελλάδα νιώθεις ότι το φως δεν πέφτει απλώς πάνω στα πράγματα, αλλά βγαίνει μέσα από αυτά. Σε απογυμνώνει από κάθε ψευδαίσθηση, σε αναγκάζει να δεις τον εαυτό σου και τον κόσμο με μια απόλυτη, σχεδόν τρομακτική καθαρότητα».

Η Επίδαυρος ως Τόπος Θεραπείας

Η επίσκεψή του στο αρχαίο θέατρο και το Ασκληπιείο της Επιδαύρου τον οδηγεί σε μια βαθιά εσωτερική ειρήνη:

«Η Επίδαυρος δεν είναι απλώς ένας αρχαιολογικός χώρος· είναι ένας τόπος θεραπείας. Όταν μπαίνεις σε αυτόν τον χώρο, η εσωτερική σου τρικυμία καταλαγιάζει. Νιώθεις μια γαλήνη που δεν προέρχεται από την απομόνωση, αλλά από την πλήρη εναρμόνιση με το σύμπαν. Αν υπάρχει ένας τόπος στον κόσμο όπου ο άνθρωπος μπορεί να θεραπεύσει την πληγωμένη του ψυχή, αυτός ο τόπος είναι η Επίδαυρος».

Η Κραυγή του Κατσίμπαλη στις Μυκήνες

Η συγκλονιστική στιγμή όπου ο «Κολοσσός» ξυπνά τη σιωπή του αρχαίου τοπίου:

«Ξαφνικά, ο Κατσίμπαλης στάθηκε στην άκρη του γκρεμού, πήρε μια βαθιά ανάσα και έβγαλε μια κραυγή—μια μίμηση κοκόρου—που έσκισε τη νύχτα. Ήταν μια κραυγή τρομακτική, γεμάτη ζωή, που αντήχησε στους τάφους των Ατρειδών. Όλο το παρελθόν της Ελλάδας, όλη η άγρια, αδάμαστη ενέργειά της φάνηκε να απαντά σε εκείνο το κάλεσμα. Εκείνη τη στιγμή, ο Κατσίμπαλης δεν ήταν ένας άνθρωπος, ήταν ένας αρχέγονος γίγαντας, ένας πραγματικός Κολοσσός».

Η Φτώχεια και η Αξιοπρέπεια των Ελλήνων

Ο Μίλερ συγκρίνει την πνευματική πλούσια ζωή των Ελλήνων με την υλιστική «νεκρή» ζωή των Αμερικανών:

«Στην Ελλάδα ανακάλυψα ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα και όμως είχαν τα πάντα. Ο Έλληνας μπορεί να ζήσει με μια ελιά, ένα κομμάτι ψωμί και ένα ποτήρι κρασί, και να είναι πιο πλούσιος, πιο ζωντανός και πιο φιλόξενος από τον πιο εύπορο Αμερικανό βιομήχανο. Στη Δύση έχουμε μπερδέψει την πρόοδο με την ευτυχία. Οι Έλληνες ξέρουν πώς να ζουν τη στιγμή, ξέρουν πώς να κάθονται κάτω από έναν πλάτανο και απλώς να υπάρχουν».

Το Συμπέρασμα για την Ελλάδα

Το τελικό του αντίο σε μια γη που τον επαναπροσδιόρισε:

«Η Ελλάδα είναι η πατρίδα του ανθρώπου. Είναι το μέρος όπου ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι δεν είναι ούτε θεός ούτε κτήνος, αλλά ένα ον προικισμένο με τη δυνατότητα να ζει σε απόλυτη αρμονία με τη δημιουργία. Φεύγοντας από την Ελλάδα, ήξερα ότι δεν θα ήμουν ποτέ ξανά ο ίδιος. Είχα δει το φως, και το φως αυτό θα με συνόδευε για πάντα».

 

Η Υποδοχή του Κολοσσού του Μαρουσιού (1941)

Όταν το βιβλίο εκδόθηκε το 1941, η Ελλάδα βρισκόταν ήδη υπό σκληρή γερμανική Κατοχή και ο Σεφέρης ακολουθούσε την ελληνική κυβέρνηση στην εξορία (Αίγυπτος, Νότια Αφρική). Όταν τελικά κατάφερε να διαβάσει τον Κολοσσό, η αντίδρασή του ήταν βαθιά συγκινητική.

  • Μια Δικαίωση της Ελλάδας: Σε μια περίοδο που η χώρα του καταστρεφόταν, το βιβλίο του Μίλερ λειτούργησε για τον Σεφέρη ως ένα πνευματικό καταφύγιο. Έβλεπε σε αυτό την απόδειξη ότι η Ελλάδα που εκείνος αγαπούσε —η Ελλάδα του φωτός και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας— παρέμενε αθάνατη και είχε αποτυπωθεί με μοναδικό τρόπο από το βλέμμα ενός ξένου.

  • Η Κριτική για τον Κατσίμπαλη: Ο Σεφέρης βρήκε τη σκιαγράφηση του κοινού τους φίλου, Γιώργου Κατσίμπαλη, απόλυτα πετυχημένη. Έγραψε ότι ο Μίλερ κατάφερε να συλλάβει τον «προφορικό χείμαρρο» του Κατσίμπαλη και να τον μετατρέψει σε λογοτεχνικό μύθο, δικαιολογώντας απόλυτα τον τίτλο «Κολοσσός».

 Η Μεταγενέστερη Αλληλογραφία

Η σχέση τους δεν σταμάτησε το 1939. Οι δύο άνδρες διατήρησαν αλληλογραφία για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο. Ο Σεφέρης έστελνε στον Μίλερ τις μεταφράσεις των ποιημάτων του (καθώς ο Μίλερ είχε εντυπωσιαστεί από την ποίηση του Σεφέρη, παρόλο που δεν ήξερε ελληνικά), και ο Μίλερ του έστελνε τα νέα του βιβλία από το Big Sur της Καλιφόρνια.

Σε μια από τις επιστολές του προς τον Μίλερ, ο Σεφέρης είχε γράψει χαρακτηριστικά, αναφερόμενος στον Κολοσσό του Μαρουσιού:

«Μας έδωσες κάτι που είχαμε απελπισμένα ανάγκη: έναν καθρέφτη που δεν παραμορφώνει, αλλά αποκαλύπτει την καθαρή μας γραμμή. Σε ευχαριστώ που είδες την Ελλάδα με τα μάτια της ψυχής σου».

Αυτή η συνάντηση, λοιπόν, ανάμεσα στον νομπελίστα ποιητή του μέτρου και τον αναρχικό πεζογράφο της υπερβολής, παρέμεινε στα μάτια του Σεφέρη ως μια από τις πιο «καθαρές» και γόνιμες στιγμές του μεσοπολεμικού ελληνικού κόσμου.

Από τις ποιητικές συναντήσεις του ελληνικού καλοκαιριού...μια Ελλάδα Φως

Αστραία

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2024

Η Άννα η Κομνηνή θρηνεί

 

με θρησκευτική περιβολή στην μονή


ορθόδοξη χριστιανή για τον χαμένο θρόνο της  βασιλείας των Ρωμαίων συνωμοτώντας εναντίον του  αδελφού  της Ιωάννη και παρακούοντας του πατρός Αλεξίου,  την επιθυμία και  εντολή.Ο ποιητής με  λιτό  ποιητικό λόγο   ορθώς, μας  το εξηγεί

Άννα Κομνηνή

Στον πρόλογο της Αλεξιάδος της θρηνεί,

για την χηρεία της η Άννα Κομνηνή.

Εις ίλλιγον είν’ η ψυχή της. «Καὶ

ῥείθροις δακρύων» μας λέγει «περιτέγγω

5

τοὺς ὀφθαλμούς..... Φεῦ τῶν κυμάτων» της ζωής της,

«φεῦ τῶν ἐπαναστάσεων». Την καίει η οδύνη

«μέχρις ὀστέων καὶ μυελῶν καὶ μερισμοῦ ψυχῆς».

Όμως η αλήθεια μοιάζει που μια λύπη μόνην

καιρίαν εγνώρισεν η φίλαρχη γυναίκα·

10

έναν καημό βαθύ μονάχα είχε

(κι ας μην τ’ ομολογεί) η αγέρωχη αυτή Γραικιά,

που δεν κατάφερε, μ’ όλην την δεξιότητά της,

την Βασιλείαν ν’ αποκτήσει· μα την πήρε

σχεδόν μέσ’ απ’ τα χέρια της ο προπετής Ιωάννης.

[1917, 1920*] Κ. Καβάφης

Γεννήθηκε την 1η Δεκεμβρίου του 1083 στην Πορφύρα, το δωμάτιο στο ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης όπου γεννιούνταν τα παιδιά των αυτοκρατόρων και έτυχε επιμελέστατης μόρφωσης και παιδείας. Το 1091 μνηστεύθηκε τον Κωνσταντίνο Δούκα, γιο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ΄ ενώ, μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Δούκα, το 1097, παντρεύτηκε τον Νικηφόρο Βρυέννιο.

Όταν το 1118 πέθανε ο πατέρας της, οργάνωσε συνωμοσία κατά του νόμιμου διάδοχου, του αδελφού της Ιωάννη, η οποία απέτυχε εξαιτίας της άρνησης του συζύγου της να πάρει μέρος σε αυτήν.

Το 1137, μετά τον θάνατο του συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου, αποσύρεται στην Αγία Μονή της Κεχαριτωμένης, στην Κωνσταντινούπολη, όπου και συνέγραψε μεταξύ του 1137 και του 1148 την Αλεξιάδα, σε 15 βιβλία (κεφάλαια). Στο έργο της κατέγραψε την ιστορία του πατέρα της Αλεξίου Α΄ μεταξύ 1069 και 1118. Η γλώσσα και η μορφή του κειμένου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του αττικισμού. Το έργο της αποτελεί σημαντική πηγή για την Α΄ Σταυροφορία και είναι επίσης πολύτιμο για τις γεωγραφικές και τοπογραφικές πληροφορίες που περιέχει.

Πέθανε μετά το 1148, αλλά άγνωστο ακριβώς πότε. Από την Αλεξιάδα φαίνεται ότι ζούσε μέχρι και το 1148, οπότε είναι πιθανό ότι πέθανε λίγο αργότερα, το 1149 ή το 1153 ή το 1154. ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

Το ταξίδι των μάγων

 



Τόμας Στερνς Έλιοτ

Το ταξίδι του σημείου της αντίληψης της ανθρωπότητος  της Εποχή των Ιχθύων μέσα από τα αγριεμένα κύματα του Ποσειδώνα

Κρύο ταξίδι κάναμε.Η χειρότερη εποχή του χρόνου για ταξίδι.

Και τι μακρύ ταξίδι.Οι δρόμοι αδιάπατοι, ο καιρός αψύς στην καρδιά

του χειμώνα.Και οι γκαμήλες ταλαίπωρες, κουτσές, δύστροπες,

έπεφταν κάτω στο λιωμένο χιόνι.Ήταν φορές που νοσταλγήσαμε

τα καλοκαιρινά παλάτια στις πλαγιές, τα περιβόλια, τα μεταξένια

κορίτσια που μας έφερναν δροσοστικά.Και οι αγωγιάτες έβριζαν,

γκρίνιαζαν και φεύγανε κρυφά για το κρασί και για το γλέντι.

Και οι φωτιές σβυστές, κι ούτε μια σκέπη.Οι πόλεις εχθρικές και τα

χωριά αφιλόξενα, τα σπίτια βρωμικα μας έκλεβαν στο νοίκι .

Σκληρό ταξίδι κάναμε. Στο τέλος προτιμούσαμε να ταξιδεύουμε

όλη νύχτα και να κοιμόμαστε κλεφτά.Και οι φωνές στ’ αυτιά μας

τραγουδούσαν κι έλεγαν πως όλα αυτά ήταν τρέλες.

Το ξημέρωμα φτάσαμε σε μια ήμερη πεδιάδα, χλωρή, βρεμμένη

παρακάτω από τα χιόνια, μ’ ένα ρυάκι που έτρεχε κι έναν νερόμυλο

που χτυπούσε στο σκοτάδι και τρία δέντρα στον χαμηλωμένον ουρανό

κι ένα άσπρο, γέρικο άλογο που κάλπαζε μες στο λειβάδι.

Ύστερα φτάσαμε σε μια ταβέρνα που την ίσκιωνε κληματαριά.

Έξι χέρια σε μια ανοιχτή πόρτα που γύρευαν ασήμι και πόδια που

κλωτσούσαν τ’ άδεια ασκιά.Μα κανένας δεν ήξερε τίποτε.

Έτσι τραβήξαμε και φτάσαμε νύχτα, την τελευταία ώρα βρήκαμε

τον τόπο, και ήταν, θα `λεγε κανείς, επιτυχία.

Αυτά είναι όλα παλαιές ιστορίες, παλαιές αναμνήσεις και θα πήγαινα

ξανά, μα ένα δεν ξέρω, ένα δεν ξέρω.Κάναμε τόσον δρόμο για γέννα

ή θάνατο; Βρήκαμε μια γέννα, αυτό είναι σίγουρο, άλλωστε ήξερα να

ξεχωρίζω.Θα πίστευα πως ήτανε άλλο πράμα.

Ήταν η γέννηση τούτη, σκληρή, πικρή αγωνία σαν θάνατος.Σαν το

δικό μας θάνατο.

Γυρίσαμε στα παλάτια μας, σε τούτα τα βασίλεια, όχι πια

βολεμένοι στα παλιά προνόμια.Έναν ξένο λαό που λάτρευε τα είδωλά του.

Θα προτιμούσα άλλον έναν τέτοιο θάνατο.


"A cold coming we had of it,

Just the worst time of the year

For a journey, and such a long journey:

The road was deep and the weather sharp,

The very dead of winter."

And the camels galled, sore footed, refractory,

Lying down in the melting snow.

There were times we regretted

The summer palaces on slopes, the terraces,

And the silken girls bringing sherbet.

Then the camel men cursing and grumbling

And running away, and wanting their liquor and women,

And the night fires gong out, and the lack of shelters,

And the cities hostile and the towns unfriendly

And the villages dirty, and charging high prices.:

A hard time we had of it.

At the end we preferred to travel all night,

Sleeping in snatches,

With the voices singing in our ears, saying

That this was all folly.


Then at dawn we came down to a temperate valley,

Wet, below the snow line, smelling of vegetation;

With a running stream and a water mill beating the darkness,

And three trees on the low sky,

And an old white horse galloped away in the meadow.

Then we came to a tavern with vine leaves over the lintel,

Six hands at an open door dicing for pieces of silver,

And feet kicking the empty wine skins.

But there was no information, and so we continued

And arrived at evening, not a moment too soon

Finding the place; it was (you may say) satisfactory.


All this was a long time ago, I remember,

And I would do it again, but set down

This set down

This: were we lead all that way for

Birth or Death; There was a Birth, certainly,

We had evidence and no doubt. I have seen birth and death,

But had thought they were different; this Birth was

Hard and bitter agony for us, like Death, our death.

We returned to our places, these Kingdoms,

But no longer at ease here, in the old dispensation,

With an alien people clutching their gods.

I should be glad of another death. Στίχοι


Θάνατοι και γεννήσεις  θεών και θρησκειών

Αστραία


Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Οδυσσέας

Λισαβόνα Lisboa θεωρείται ότι είναι «Πόλη του Οδυσσέα»,"Ulysses" γι' αυτό το αρχαίο όνομα της ήταν Ulissipo, ή Olissipo. Ο Πορτογάλος Fernando Pessoa, έγραψε το Ποίημα "Οδυσσέας" στο βιβλίο του "Mensagem "(Μήνυμα)αποτελούμενο από 44 ποιήματα, "ULYSSES" Ο μύθος λέει ότι το τίποτα το άπαν είναι Ακόμη κι ο ήλιος, που τους ουρανούς σαν τα λουλούδια ανοίγει, Το νεκρό σώμα του Θεού Ζωντανό και απογυμνωμένο. Αυτός που στο λιμάνι τούτο θα αράξει Υπήρξε κάποτε χωρίς ποτέ να υπάρξει. Η ανυπαρξία του αρκετή μας είναι. Ήρθε χωρίς να έχει έρθει Και μας δημιούργησε. Έτσι περνώντας ο θρύλος Στην πραγματικότητα εισδύει Και τα συμβάντα γονιμοποιεί. Κάτω, η ζωή μισοαδειασμένη Φεύγει πεθαίνοντας.