Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Ποιητικές Τυμπανοκρουσίες


Στ’ άρματα


Κι ο πόλεμος ο κόκκινος πόλεμος είναι 
το τραγούδι που πάω τραγουδώντας 
μέσ’ από τους δρόμους σου, Πολιτεία!
 
Whitman («Τυμπανοκρουσίες»).

1.

Στ’ άρματα! Εμπρός, ολόρθοι, φτερωμένοι!Παρατήστε της δάφνης τα κρεβάτιαπου να σημαδευτούνε δεν προφτάσαναπ’ τα κορμιά σας.
5Από της Κρήτης τα νερά ώς τον κόρφοτο θεσσαλονικιώτη προς τον Αίμοτο σάλπισμα το μέγα το σαλπίζειΣΑΛΠΙΧΤΗΣ, βράχος.
Και σαν τον έρμο αντίλαλο κρυμμένο10στα ολόβαθα του σπήλιου που δεν είναιπαρά από μύρια στόματα ένας ίσκιοςγια να πληθαίνει
την ξένη τη φωνή που την αδράχνεικαι μας την ξαναρίχνει στοιχειωμένη,15κι εγώ ειμ’ αχός κι απ’ την ερημιά μου κράχτης:—Εμπρός! Ολόρθοι!

(Βοηθήστ’ εσείς, του Παρνασσού, του Ολύμπου160πουλιά, πνοές, ήχοι!)
κάποιο τραγούδι να χυθεί γυρεύει,κι όχι από λάβρο Πίνδαρο αϊτός ύμνος·Ομήρου γαληνού επικό ποτάμισε μια Ιλιάδα.

5.

165
Πάντα καιρός για να σας ξαναβρούμε,της ειρήνης και της μελέτης Ώρες,Λευκοθέες, που μας ρίχνετε τους πέπλους180ναυαγοσώστες.
Όσο πιο άγριο το μάτωμ’, άλλο τόσοπιο ποθητές· κι όσο πικρή είν’ η δάφνη,τόσο γλυκιά είν’ η μυρουδιά του ρόδουστην αγκαλιά σας.

7.

—Κι εσύ, Όνειρο, που μόλις ξεσκεπάζεις,όψη άπλαστη, αξεδιάλυτη, και σβήνεις,215και ή δεν μπορείς ή δεν τολμάς την όψηνα ξαναδείξεις,
Και ω των πατρίδων η Πατρίδα, ω Μάνα,στου Σαλπιχτή το σάλπισμα το μέγαπετιέσαι από της δάφνης το κρεβάτι260που δεν κοιμόσουν,
και λες: —Κι εγώ είμ’ εδώ! Η μεγαλοσύνηστα έθνη δε μετριέται με το στρέμμα,με της καρδιάς το πύρωμα μετριέταικαι με το αίμα.
12 του Τρυγητή 1915

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Ὁ Ἡδονικὸς Ἐλπήνωρ

Ὁ Ἡδονικὸς Ἐλπήνωρ

Τὸν εἶδα χτὲς νὰ σταματᾶ στὴν πόρτα
κoιτῶ ἀπὸ τὸ παράθυρό μου θἄ᾿ταν
ἑφτὰ περίπου μιὰ γυναίκα ἦταν μαζί του.
Εἶχε τὸ φέρσιμο τοῦ Ἐλπήνορα, λίγο πρὶν πέσει
νὰ τσακιστεῖ, κι ὅμως δὲν ἦταν μεθυσμένος.
Μιλοῦσε πολὺ γρήγορα, κι ἐκείνη
κοίταζε ἀφηρημένη πρὸς τοὺς φωνογράφους-
τὸν ἔκοβε καμιὰ φορὰ νὰ πεῖ μία φράση
κι ἔπειτα κοίταζε μ᾿ ἀνυπομονησία
ἐκεῖ ποὺ τηγανίζουν ψάρια- σὰν τὴ γάτα.
Αὐτὸς ψιθύριζε μ᾿ ἕνα ἀποτσίγαρο σβηστὸ στὰ χείλια:
- Ἄκουσε ἀκόμη τοῦτο. Στὸ φεγγάρι
τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν κάποτε σὰν τὸ καλάμι
ἀνάμεσα σὲ ζωντανοὺς καρποὺς
— τ᾿ ἀγάλματα-
κι ἡ φλόγα γίνεται δροσερὴ πικροδάφνη,
ἡ φλόγα ποὺ καίει τὸν ἄνθρωπο, θέλω νὰ πῶ.
- Εἶναι τὸ φῶς... ἴσκιοι τῆς νύχτας...
- Ἴσως ἡ νύχτα ποὺ ἄνοιξε, γαλάζιο ρόδι,
σκοτεινὸς κόρφος, καὶ σὲ γέμισε ἄστρα
κόβοντας τὸν καιρό.
Κι ὅμως τ᾿ ἀγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τὸν πόθο
στὰ δυό
, σὰν τὸ ροδάκινο κι ἡ φλόγα
γίνεται φίλη μὰ στὰ μέλη κι ἀναφιλητὸ
κι ἔπειτα φύλλο δροσερὸ ποὺ παίρνει ὁ ἄνεμος-
λυγίζουν γίνουνται ἀλαφριὰ μ᾿ ἕνα ἀνθρώπινο βάρος.
Δὲν τὸ ξεχνᾶς.
- Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
-Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις;
θέλω νὰ πῶ μὲ τὰ σπασμένα μέλη τους,
μὲ τὴν ἀλλοτινὴ μορφή τους ποὺ δὲ γνώρισες
κι ὅμως τὴν ξέρεις.
Ὅπως ὅταν
στὰ τελευταῖα τῆς νιότης σου ἀγαπήσεις
γυναίκα ποὺ ἔμεινε ὄμορφη, κι ὅλο φοβᾶσαι,
καθὼς τὴν κράτησες γυμνὴ τὸ μεσημέρι,
τὴ μνήμη ποὺ ξυπνᾶ στὴν ἀγκαλιά σου-
φοβᾶσαι τὸ φιλὶ μὴ σὲ προδώσει
σ᾿ ἄλλα κρεβάτια περασμένα τώρα
ποὺ ὡστόσο θὰ μποροῦσαν νὰ στοιχειώσουν
τόσο εὔκολα τόσο εὔκολα καὶ ν᾿ ἀναστήσουν
εἴδωλα στὸν καθρέφτη, σώματα ποὺ ἦταν μία φορὰ-
τὴν ἡδονή τους.
Ὅπως ὅταν
γυρίζεις ἀπ᾿ τὰ ξένα καὶ τύχει ν᾿ ἀνοίξεις
παλιὰ κασέλα κλειδωμένη ἀπὸ καιρὸ
καὶ βρεῖς κουρέλια ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσες
σὲ ὄμορφες ὧρες, σὲ γιορτὲς μὲ φῶτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, ποὺ ὅλο χαμηλώνουν
καὶ μένει μόνο τὸ ἄρωμα τῆς ἀπουσίας
μιᾶς νέας μορφῆς.
Ἀλήθεια, τὰ συντρίμμια
δὲν εἶναι ἐκεῖνα- ἐσὺ ῾σαι τὸ ρημάδι-
σὲ κυνηγοῦν μὲ μία παράξενη παρθενιὰ
στὸ σπίτι στὸ γραφεῖο στὶς δεξιώσεις
τῶν μεγιστάνων, στὸν ἀνομολόγητο φόβο τοῦ ὕπνου-
μιλοῦν γιὰ περιστατικὰ ποὺ θὰ ἤθελες νὰ μὴν ὑπάρχουν
ἢ νὰ γινόντουσαν χρόνια μετὰ τὸ θάνατό σου,
κι αὐτὸ εἶναι δύσκολο γιατί...
-Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
Καληνύχτα.
-... γιατὶ τ᾿ ἀγάλματα δὲν εἶναι πιὰ συντρίμμια,
εἴμαστε ἐμεῖς. Τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν ἀλαφριὰ ... καλή-
νύχτα.

Ἐδῶ χωρίστηκαν. Αὐτὸς ἐπῆρε
τὴν ἀνηφόρα ποὺ τραβάει κατὰ τὴν Ἄρκτο
κι αὐτὴ προχώρεσε πρὸς τὸ πολύφωτο ἀκρογιάλι
ὅπου τὸ κύμα πνίγεται στὴ βοὴ τοῦ ραδιοφώνου:
Γ. Σεφέρης

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Στις ακρογιαλές του Ομήρου



Στις ακρογιαλιές του Ομήρου υπήρχε μια μακαριότητα, ένα μεγαλείο,
που έφτασαν ως τις ημέρες μας άθιχτα.
Η πατούσα μας, που ανασκαλεύει την ίδιαν άμμο, το νιώθει.
Περπατάμε χιλιάδες χρόνια, ο άνεμος ολοένα λυγίζει τις καλαμιές
κι ολοένα εμείς υψώνουμε το πρόσωπο.
Καταπού; Ως πότε; Ποιοί κυβερνάνε; 

Κατοίκησα που 'βγαινε από την άλλη, την
πραγματική, όπως τ' όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου.
Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί
να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη έμοιαζε' τόσο άπιαστη.
Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς
σεισμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες. Άλλαζα θέση
στα πράγματα να τ' απαλλάξω από κάθε αξία. Μελετούσα
τ' Ακοίμιστα και την Ερημική ν' αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς,
Μοναστηράκια, κρήνες. Ως κι ένα περιβόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοειδή
που μύριζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο. Μα 'ταν η ευωδία τόση που φοβήθηκα.
Κι έπιασα σιγά - σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να την
καλύψω τη χώρα που αγαπούσα. Μην και κανείς ιδεί το κάλλος.
'Η κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει.


Την Άνοιξη δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή, έστω,
σ' έναν Μποττιτσέλλι όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη.
Έτσι και μια μέρα, τη θάλασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια
κεφαλή Διός.
Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και
τις περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ' ένα άλλου είδους
ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι
μία όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από πού
βλέπει κανείς τον ουρανό.

Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.

Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές. Ξόδεψα
πολύν άνεμο για να μεγαλώσω. Μόνον έτσι όμως έμαθα να
ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς, ν' ακριβολογώ
μες στα μυστήρια.
Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη
και άλλο πράγμα ο έρωτας' άλλο η επιθυμία και άλλο η
λαχτάρα' άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι' άλλο τα σπλάχνα
κι άλλο τα σωθικά. Με καθαρούς τόνους, θέλω να πω, που
-αλίμονο- τους αντιλαμβάνονται ολοένα λιγότερο αυτοί που
ολοένα περισσότερο απομακρύνονται από το νόημα ενός
ουράνιου σώματος που το φως του είναι ο αφομοιωμένος μας
μόχθος, έτσι καθώς δεν παύει να επαναστρέφεται κάθε μέρα
όλος θάμβος για να μας ανταμείψει.
Θέλουμε - δε θέλουμε, αποτελούμε το υλικό μαζί και το
όργανο μιας αέναης ανταλλαγής ανάμεσα σ' αυτό που μας
συντηρεί και σ' αυτό που του δίνουμε για να μας συντηρεί: το
μαύρο, που δίνουμε, για να μας αποδοθεί λευκό, το θνησιμαίο,
αείζωο.
Έστρεψα καταπάνω μου το θάνατο σαν υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο
Φάνηκε ο κόλπος ο Αδραμυττηνός με τη σγουρή στρωσιά του μαΐστρου
Ακινητοποιημένο ένα πουλί ανάμεσα ουρανού και γης και τα βουνά
Ελαφρά βαλμένα το 'να μέσα στο άλλο. Φάνηκε το παιδί που ανάβει
Γράμματα και τρέχει να γυρίσει πίσω το άδικο στο στήθος μου
Στο στήθος μου όπου φάνηκε η Ελλάδα η δεύτερη του επάνω κόσμου.

Αυτά που λέω και γράφω για να μην τα καταλάβει άλλος κανείς
Όπως ένα φυτό που αρκείται στο φαρμάκι του έως ότου ο άνεμος
Του το γυρίσει σ' ευωδιά ναν τη σκορπίσει και στα τέσσερα σημεία του κόσμου
Θα φανούν αργότερα τα οστά μου φωσφορίζοντας ένα γαλάζιο
Που το πάει αγκαλιά ο Αρχάγγελος και στάζει με τεράστιους
Διασκελισμούς διαβαίνοντας την Ελλάδα τη δεύτερη του επάνω κόσμου.

Ο Μικρός Ναυτίλος, Οδυσσέας Ελύτης

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Ιστορίες του κ.Κοϋνερ, περί βλακείας



Περί βλακείας

«Πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα»



«Ποιο είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα;» ρώτησαν κάποτε τον κ. Κόινερ «Αυτό που τον κάνει ακατανίκητο, ανυπέρβλητα κακό και πάντα νικητή;» «Το μεγάλο μυστικό του βλάκα, για να σκεφτώ λίγο. Ε, μάλλον ότι δεν του περνά καν από το μυαλό, δεν διανοείται ότι μπορεί για μια στιγμή να ‘χει άδικο. Κι αν του περάσει μια στάλα υποψίας από το μυαλό, γρήγορα τη διώχνει. Αυτός βλαξ; Ποτέ των ποτών. Οι άλλοι είναι πάντα. Έτσι γίνεται αδίσταχτα θρασύς, υπέροχα επικίνδυνος, ανυπέρβλητα αλαζονικός. Και πείθει. Γιατί πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα. Μα γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να εξολοθρεύουμε τη βλακεία, γιατί κάνει βλάκες αυτούς που τη συναντούν».

«Άραγε η βλακεία οδηγεί στην κακία ή η κακία οδηγεί στην βλακεία;»
«Ούτε το ένα ούτε το άλλο» απάντησε ο κ Κόινερ. «Και τα δυο δεν είναι παρά συμπτώματα. Η βαθύτερη αιτία είναι η δυσανεξία απέναντι σε ένα Απύθμενο εσωτερικό κενό. Ο Βλάξ το Υποψιάζεται, αλλά καθώς αδυνατεί να το παραδεχτεί, το Απωθεί. Το παραγεμίζει είτε σωματικά -λαιμαργία- είτε στρεφόμενος προς τον εξωτερικό κόσμο: με κακία. Προσπαθώντας να επιβάλλει την εξουσία του ελπίζει να ξεχάσει την εσωτερική του κενότητα, αλλά εκείνη επιστρέφει τα βραδιά καθώς ετοιμάζεται να κοιμηθεί ή τα πρωινά λίγα δευτερόλεπτα πριν ανοίξει τα ματιά του. Φαύλος κύκλος».

«Ποιες δραστηριότητες επιλέγει συνήθως ο Βλάκας;»
«Επειδή είναι ανασφαλής επιλεγεί δραστηριότητες που του δίνουν μια Ψευδαίσθηση παντοδυναμίας. Καθώς είναι περιορισμένος στην Βλακεία του διαθέτει και ορισμένα πλεονεκτήματα: Οργανωτικότητα, επιμονή και υπομονή, Τα καταφέρνει συνήθως να οικειοποιείται δουλειές άλλων. Εξάλλου διαθέτει και ένα σπάνιο χάρισμα: δεν έχει καθόλου την αίσθηση της Ευγνωμοσύνης. Καθώς επίσης είναι και βλάκας δεν μπορεί να διανοηθεί ότι κάνει κάτι το κακό, όταν καρπώνεται τον πνευματικό ή μη μόχθο, άλλων.»

«Ποια Ύπαρξη ενοχλεί περισσότερο τον Βλάκα;»
«Η αλογόμυγα. Γιατί τον βάζει σε υποψίες αυτογνωσίας».

«Ναι κύριε Κόινερ. Αλλά γιατί από την άλλη η αλογόμυγα πάει και κολλάει στα μούτρα του Βλάκα;»
«Διότι δεν μπορεί να ανεχτεί την Βλακεία. Αυτή είναι η μοίρα της αλογόμυγας».

«Και γιατί ο Βλάκας παρόλο που είναι πιο δυνατός δεν εξοντώνει την Αλογόμυγα;»
«Γιατί είναι βλάκας και υπερβολικός. Προσπαθεί να την εξοντώσει με κανονιές. Μονό ένας βλάκας θα προσπαθούσε να εξοντώσει μια Αλογόμυγα με κανόνι».

«Και ποια θα ήταν η λύση;»
«Η λύση θα ήταν να έπαυε να είναι Βλάκας. Αλλά καθώς αυτό είναι αδύνατον δυστυχώς δεν υπάρχει λύση: Ούτε για τον βλάκα αλλά και ούτε για την Αλογόμυγα».

«Και δεν είναι Τραγικό για τον Βλάκα να πρέπει να υποφέρει διαρκώς την ενοχλητική του Αλογόμυγα;»
«Ε όχι και τόσο. Τι να πούνε και όσοι θα πρέπει να υποφέρουνε τον βλάκα;»

«Πως είναι δυνατόν ο Βλάξ να μην έχει καθόλου την αίσθηση του χιούμορ;»
«Στην ουσία η έκλειψη Χιούμορ προστατεύει τον βλάκα. Διότι αν είχε στοιχειώδη αίσθηση του Χιούμορ δεν θα έπαιρνε και τον εαυτό του τόσο σοβαρά, οπότε θα έπαυε να’ ναι και βλάκας».

«Και ποια είναι τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της Βλακείας;»
«Ας τα πάρουμε ένα-ένα. Πρώτα απ όλα ο Βλάξ δεν έχει καμιά ικανότητα μεταφορικής σκέψης. Τα παίρνει όλα κυριολεκτικά. Έτσι αδυνατεί να καταλάβει πότε ο συνομιλητής του μεταφέρει μια άποψη άλλων από την άποψη του ιδίου του συνομιλητή του. Δεν μπορεί να αντιληφθεί την εντός εισαγωγικών φράση.

«Δηλαδή τι θέλετε να μας πείτε κ Κόινερ; Ότι υπάρχει Θεός;»
«Αγαπητό μου παιδί. Δεν ξέρω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός. Εκείνο για το οποίο είμαι Βέβαιος είναι ότι η Ανθρώπινη Βλακεία είναι Ακατανίκητη, κυριολεκτικά».

Από τα ανθισμένα λιβάδια της ερήμου Σονόρα






Οσο μεγάλωνε το αίσθημα της ατομικότητος, ο άνθρωπος έχασε την φυσική του σύνδεση με την σιωπηλή γνώση. Ο σύγχρονος άνθρωπος, κληρονόμος αυτής της ανάπτυξης, είναι τόσο απελπιστικά απομακρυσμένος από την πηγή των πάντων, που το μόνο που μπορεί να κάνει είαι να εκφράσει την απελπισία του με βίαιες και κυνικές πράξεις αυτοκαταστροφής. Ο Δον Χουάν ισχυρίστηκε ότι η αιτία για τον κυνισμό και την απελπισία του ανθρώπου είναι ένα κομματάκι γνώσης που έχει απομείνει μέσα του, και που κάνει δύο πράγματα. Το ένα είναι να του δίνει κάποια υποψία γύρω από την αρχαία του σύνδεση με την πηγή των πάντων και το άλλο να τον κάνει να αισθάνεται ότι χωρίς αυτή την σύνδεση, δεν έχει καμμία ελπίδα ειρήνης, ικανοποίησης, και επίτευξης.
Εχοντας χάσει κάθε ελπίδα επιστροφής στην πηγή των πάντων, ο άνθρωπος αναζητούσε ανακούφιση στην ατομικότητά του, και σε αυτή του την προσπάθεια κατάφερε να σταθεροποιήσει το σημείο συναρμογής του στην θέση της διαιώνισης της εικόνας του., τον αυτοκατοπτρισμό και την σπουδαιότητα του εγώ.
Οι μάντεις είχαν ξεμασκαρέψει την σημασία του εγώ και βρήκαν ότι είναι η αυτολύπηση μασκαρεμένη. Η αυτολύπηση είναι ο πραγματικός εχθρός και η πηγή δυστυχίας του ανθρώπου. Αν δεν λυπόταν τον εαυτό του ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να τον θεωρεί τόσο σπουδαίο.
και είναι αυτή η φαινομενικά ανεξάρτητη φύση της σημασίας του εγώ που δίνει την ψευδή αίσθηση της αξίας.

Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Το λιμάνι του Ηρακλή








Σύμφωνα με Ιστορικούς , το Μονακό χρωστάει το όνομα του στη ελληνική λέξη: μόνοικος (μόνος+οίκος) .

Το όνομα του κράτους ΜΟΝΑΚΟ, προέρχεται  από την ελληνική αποικία, ΜΟΝΟΙΚΟΣ, που ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα από τους Φωκαείς της Μασσαλίας. Σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο που αναφέρεται από τον Διόδωρο Σικελό και τον Στράβωνα, ο Ηρακλής πέρασε από την περιοχή του Μονακό, και γι΄αυτό χτίστηκε προς τιμή του ένας ναός, ο ναός του Ηρακλή Μονοίκου, "Hercules Monoecus "

Οι Ρωμαίοι συγγραφείς δίνουν την εξήγηση του ονόματος ΜΟΝΟΙΚΟΣ ως εξής: 'Είτε γιατί ο Ηρακλής εκεί έζησε για  απομονωμένος, (ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ) είτε γιατί υπήρχε ο μοναδικός ναός στην περιοχή.
  Λέγεται επίσης ότι ο ίδιος ο  Ηρακλής, μετά τον  άθλο του "ΤΑ ΒΟΔΙΑ ΤΟΥ ΓΗΡΥΟΝΗ"  έφτιαξε  και άνοιξε αυτό το μονοπάτι-δρόμο για να περάσει απο την Ισπανία , Γαλλία στην Ιταλία, καθώς επίσης ότι ο ίδιος  έφτιαξε και το λιμάνι του Μονακό γι΄αυτό πήρε και το όνομά του. "Portus Herculis Monoeci ".



  ΟΙ ΑΘΛΟI ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ  GALLERY OF HERCULES  ΠΑΛΑΤΙ ΤΟΥ ΜΟΝΑΚΟ




 


Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

ΑΝΑΔΙΑΤΑΞΗ


"ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ" VLADIMIR KUSH


«Πώς αφήσαμε τις ώρες μας και χάθηκαν, πασχίζοντας ανόητα να εξασφαλίσουμε μια θέση στην αντίληψη των άλλων.» Γ. Ρίτσος

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Αντιστεκόμαστε




Αντίσταση στην αδικία, στο ευτελές και την ανοησία
Αντιστεκόμαστε  στη πτώση της εντροπίας
αντιστεκόμαστε με τον τρόπο μας
σε ένα σύστημα μηχανών που μας θέλει απλά προγράμματα
σε ένα κ. Σμιθ που μας υποτιμά και μας χλευάζει και,
 αντέχουμε να πάρουμε το κόκκινο χάπι για  να βρεθούμε την ερημιά του πραγματικού
 και… να συνεχίζουμε.
Αντιστεκόμαστε
σε οικονομικές θεωρίες που μας χρησιμοποιούν σαν αριθμούς σε ναούς χρηματιστηρίων αισχροκέρδειας.
Αντιστεκόμαστε
σε δόγματα θρησκειών που επιθυμούν πρόβατα και ποίμνια για το  αιώνιο άρμεγμα στη σιωπή των αμνών.
Αντιστεκόμαστε σε πολιτικές ιδεολογίες κατασκευαστικές εταιρείες χειροκροτητών των επαγγελματιών μπαλκονοκραυγαζώντων.
Αντιστεκόμαστε σε πεζούς, κοινότυπους, μονόχνοτους, σε οπαδούς σε θεοσεβούμενους θεοκράτες, σε αδιάφορους φιλοτομαριστές, σε κυνικούς ισοπεδωτές και σε απαισιόδοξους δολοφόνους της Μνήμης, στους αποσιωπητές της Γνώσης
και σε πολλούς άλλους…
Αντιστεκόμαστε στοχαστικά με τα πτερόεντα έπη, και εμείς, όσο μπορούμε
και σκεφτόμαστε και ονειρευόμαστε ένα κόσμο πιο δίκαιο πιο ανθρώπινο λιγότερο παράλογο και πολύ ουσιώδη και ουσιαστικό.
Οραματιζόμαστε μία μεγάλη Ολότητα!
Αυτή που προέρχεται από την Ένωση του νου, της ψυχή- του πνεύματος και την καρδιάς του ανθρώπου.
Ενός Ανθρώπου Όρθιου, Νοήμονος και Σοφού.
Είθε η Δικαιοσύνη, η σύζυγος του Διός να έχει τον τελευταίο λόγο
όταν κλείσουν οι πόρτες του παλατιού και να θέσει,
η Θέμις τα πράγματα …στην θέση τους.
Ανάγκα και ….θεοί πείθονται!

10  Αυγούστου 2009
Αστραία

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΙ




Duy Huynh ΣΟΝΑΤΑ

"Η ζωή δεν είναι ένα πρόβλημα για να ανησυχείς, αλλά μια πρόκληση για να αγωνισθείς και να εξελιχθείς.  Ο πολεμιστής ξέρει από θλίψη, από μοναξιά, από προδοσία , από απελπισία, από χαρά από γέλιο, από   μοίρασμα, από συντροφικότητα, ξέρει από ΖΩΗ και τίποτα το ανθρώπινο δεν του είναι ξένο, για αυτό και ποτέ δεν φεύγει από την ροή.
Ο πολεμιστής διαλογίζεται μέσα στην ζωή και όχι έξω από αυτή, π.χ σε κάποιο μοναστήρι μοναχός,  να στέλνει επιστολές  υποτέλειας  και μακροημέρευση σε τυράννους,  δειλός και δεν είναι τόσο τόσο εγωιστής, να μιλά μόνο  με τον θεό και να του πλέκει εγκώμια και κυρ ελέησον, πολλά. Με τους ανθρώπους μιλά, ακόμη και αν σε μια ανθρώπινη έρημο  βαδίζει, μαζί τους περπατά, δίπλα τους. Αφουγκράζεται και προχωρά.
Ο πολεμιστής είναι μέρος της ζωής και της αλληλεπίδρασης  και την αγαπάει , βαθιά εμπειριστής.
Η ζωή είναι ο μεγαλύτερος δάσκαλος και ο πιο καλός εκπαιδευτής."


Ο ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Η επέμβαση των θεών




 Η επέμβασις των Θεών
Θα γίνη τώρα τούτο, κι έπειτα εκείνο,
και πιο αργά, σε μια ή δυο χρονιές (ως κρίνω),
τέτοιες θα ειν’ οι πράξεις, τέτοιοι θα ειν’ οι τρόποι.
Δε θα φροντίσουμε για μακρινό κατόπι.
Για το καλλίτερο εμείς θα προσπαθούμε.
Και όσο προσπαθούμε τόσο θα χαλνούμε,
θα μπλέκουμε τα πράγματα, ως να βρεθούμε
στην άκρα σύγχυσι. Και τότε θα σταθούμε.
Θα ην’ η ώρα οι Θεοί να εργασθούνε.
Έρχονται πάντοτ’ οι Θεοί. Θα καταιβούνε
από τες μηχανές των, και τους μεν θα σώσουν,
τους δε βίαια, ξαφνικά θα τους σηκώσουν
από την μέση, και σαν φέρουνε μια τάξι
θα αποσυρθούν. – Κ’ έπειτα αυτός τούτο θα πράξη,
τούτο εκείνος, και με τον καιρόν οι άλλοι
τα ιδικά των. Και θ’ αρχίσουμε και πάλι.

Κ. Π. Καβάφης
Άπαντα ποιητικά, Ύψιλον

Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2016

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΥΝΑΜΗΣ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗΣ...





"Ο μέσος άνθρωπος δεν θα γνωρίσει ποτέ ότι υπάρχει κάτι ιδιαίτερο αληθινό και λειτουργικό,ο συνδετικός  δεσμός με τον σκοπό και για αυτόν θα είναι πάντα νεκρός .
Στην διάρκεια της ενεργούς ζωής του ποτέ δεν θα έχει την ευκαιρία να περάσει την στάθμη της απλής προκατάληψης για την μοίρα,γιατί από αμνημόνευτα έτη οι έννοιες της καθημερινότητας  τον έχουν αποχαυνώσει.Ο καθένας μας έχει αποστερηθεί την σιωπηλή γνώση από φυσικούς φραγμούς,διαφορετικούς σε κάθε άτομο.
Μόνο όταν οι ζωές κάποιων ξεπερνούν λίγο την κληρονομική αυτή προκατάληψη, η μοίρα αρχίζει να παίρνει διαφορετικό χαρακτήρα.
Τότε κάποιοι αρχίζουν να ξυπνάνε και να βλέπουν μέσα από την ομίχλη της καθημερινότητας.
Το οικοδόμημα που υψώνει μπροστά τους ο σκοπός είναι το καθαρτήριο και εκεί μέσα βρίσκουν την σιωπηλή γνώση που επιτρέπει την διαδικασία της κάθαρσης να συμβεί. Χωρίς αυτήν την εσωτερική γνώση καμιά διαδικασία δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει και το μόνο που θα μας έμενε θα ήταν μια ακαθόριστη αίσθηση ότι κάτι μας λείπει.
Για να αναζωογονηθεί αυτός ο δεσμός , χρειάζεται ένας ζωντανός στόχος ,μία ειδική κατάσταση μυαλού,που ονομάζεται άκαμπτος σκοπός

Δυστυχώς για τους πιο πολλούς αυτό το ξύπνημα έρχεται μαζί με το χάσιμο της ενέργειας που προκαλούν τα γηρατειά,όπου δεν υπάρχει πια η δύναμη να στρέψουμε την προκατάληψή μας σε θετικές  και πραγματικές ανακαλύψεις.
Τότε το μόνο που απομένει είναι μία όμορφη διαπεραστική αγωνία,μία νοσταλγία για κάτι που δεν περιγράφεται και θυμός για κάτι που χάθηκε."